Meaning of εξατομικεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
- θα εξατομικεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξατομικεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.