Meaning of εξαργυρώνω | Babel Free
/e.ksaɾ.ʝiˈɾo.no/Ορισμοί
- μετατρέπω σε μετρητά τίτλους με χρηματική αξία (π.χ. επιταγές, μάρκες στο καζίνο κλπ)
-
ζητάω την ανταμοιβή για κάποια εξυπηρέτηση ή υποχώρηση που έκανα offensive
Παραδείγματα
“※ Η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ”
“※ Φίλε μου, πρέπει κι εγώ να εξαργυρώσω. Για να προσλάβουν πέρσι την κόρη σου, φίλησα κατουρημένες ποδιές”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.