HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξαναγκασμός | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η υποχρέωση από άλλους ή από καταστάσεις σε ενέργεια που δεν αποτελεί επιλογή του υποκειμένου
  2. η παρορμητική συμπεριφορά, η εξαναγκαστική, η ψυχαναγκαστική επανάληψη λέξεων, κινήσεων χωρίς την λογική επιθυμία ή επιλογή του υποκειμένου

Ισοδύναμα

English Coercion

Παραδείγματα

“ο φυσικός εξαναγκασμός υποκαθιστά τον ψυχολογικό εξαναγκασμό οσάκις αυτός στερείται αποτελεσματικότητας (από το βιβλίο "Κυρωτική Λειτουργία του Δικαίου", του Κ. Δεσποτόπουλου)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξαναγκασμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course