Meaning of εξαγόμενος | Babel Free
Ορισμοί
- μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εξάγω
- που εξάγεται κάπου, που εξέρχεται, βγαίνει στο εξωτερικό
- που βγαίνει απο κάπου
- που συμπεραίνεται, που προκύπτει από μαθηματικό υπολογισμό ή συλλογισμό
Παραδείγματα
“εξαγόμενος σε χώρες της Ε.Ε., εξαγόμενη ποσότητα εμπορεύματος”
“εξαγόμενο όργανο”
“το εξαγόμενο συμπέρασμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.