Meaning of εξαγγελθείς | Babel Free
Ορισμοί
που έχει εξαγγελθεί γενικά κατά το παρελθόν, λόγιο συνώνυμο του εξαγγελμένος, που έχει γίνει γνωστό εντυπωσιακά, έχει ανακοινωθεί επίσημα και πανηγυρικά (παλιότερα συνήθως για κάτι θετικό, αλλά στη συνέχεια και για αρνητικές ανακοινώσεις)
Παραδείγματα
“τα εξαγγελθέντα μέτρα / οι εξαγγελθείσες συμφωνίες”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.