HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξάψαλμος | Babel Free

Noun CEFR B2
/eˈksa.psal.mos/

Ορισμοί

  1. σύνολο από έξι ψαλμούς που ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου
  2. επίπληξη
    figuratively

Ισοδύναμα

English Harangue

Παραδείγματα

“※ σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”
“άκουσε τον εξάψαλμο μετά την αποτυχία του στο διαγωνισμό”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξάψαλμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course