Meaning of εξάψαλμος | Babel Free
/eˈksa.psal.mos/Ορισμοί
- σύνολο από έξι ψαλμούς που ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου
-
επίπληξη figuratively
Ισοδύναμα
English
Harangue
Παραδείγματα
“※ σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”
“άκουσε τον εξάψαλμο μετά την αποτυχία του στο διαγωνισμό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.