Meaning of εξάντληση | Babel Free
/eˈksand.li.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ
- το τελείωμα κάποιων πραγμάτων, επειδή καταναλώθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν
- η υπέρμετρη μείωση μέχρις εξαφανίσεως
- η εξασθένιση, η μείωση της αντοχής
- η αναλυτική πραγμάτευση ή έρευνα
Ισοδύναμα
English
Exhaustion
Παραδείγματα
“※ μισοπεθαμένος από την πείνα και την εξάντληση, πληγωμένος, και γεμάτος αίματα, είχε ξαπλωθεί σ' ένα χαντάκι για να πεθάνει. (Πηνελόπη Δέλτα , Μάγκας/Κεφάλαιο ΙΕ, Μάγκας, Κεφάλαιο ΙΕ, 1937)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.