Meaning of εξάλειπτρο | Babel Free
Ορισμοί
μικρό αγγείο με εσωτερικά κυρτό χείλος, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για την αποθήκευση και χρήση αρωματικών ελαίων, ρευστών αλοιφών ή σε τελετουργικές πρακτικές, με ποικίλες μορφές ανάλογα με την περιοχή και την εποχή
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.