Meaning of ενωσιακός | Babel Free
/e.no.si.aˈkos/Ορισμοί
-
που έχει σχέση με την ένωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή neologism
-
που έχει σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή especially
Παραδείγματα
“※ 10.10. Νομοτεχνικά θέματα — Μερικές διαφορές μεταξύ του ελληνικού και του ενωσιακού νομοτεχνικού συστήματος (Διοργανικό εγχειρίδιο σύνταξης κειμένων @europa.eu)”
“※ Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/1026 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τις τεχνικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών και την αποθήκευση αυτών των πληροφοριών στο πλαίσιο του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. (eur-lex.europa.eu)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.