Meaning of εντρυφήσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
- θα εντρυφήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντρυφώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.