Meaning of εντραπείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
- θα εντραπείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντρέπομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.