Meaning of εντεταλμένος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που πήρε εντολή να κάνει κάτι, ο αρμόδιος, ο υπεύθυνος για κάτι,
- που του έχει δοθεί επίσημη εντολή από επίσημο φορέα να πράξει αναλόγως στο πλαίσιο των δοτών αρμοδιοτήτων του
Παραδείγματα
“※ έχει υπογραφεί από τους προς τούτο εντεταλμένους ηγέτες, είτε αρχηγούς κρατών είτε πρωθυπουργούς των κρατών - μελών (Ιωάννης Σ. Βαβούρας, Θεόδωρος, Δ. Σακελλαρόπουλος, Οικονομία και πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα, τομ. 2, εκδ. Διόνικος, σελ. 113, 2004)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.