HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εντεταλμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. αυτός που πήρε εντολή να κάνει κάτι, ο αρμόδιος, ο υπεύθυνος για κάτι,
  2. που του έχει δοθεί επίσημη εντολή από επίσημο φορέα να πράξει αναλόγως στο πλαίσιο των δοτών αρμοδιοτήτων του

Παραδείγματα

“※ έχει υπογραφεί από τους προς τούτο εντεταλμένους ηγέτες, είτε αρχηγούς κρατών είτε πρωθυπουργούς των κρατών - μελών (Ιωάννης Σ. Βαβούρας, Θεόδωρος, Δ. Σακελλαρόπουλος, Οικονομία και πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα, τομ. 2, εκδ. Διόνικος, σελ. 113, 2004)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εντεταλμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course