Meaning of εντελέχεια | Babel Free
Ορισμοί
αριστοτελικός όρος που σχετίζεται με τη φυσική διαδικασία δημιουργίας κι εξέλιξης των όντων: ένα ον αποκτά εντελέχεια, όταν η άμορφη ύλη μεταβαίνει από την περιοχή της δυνατότητας-δυνητικότητας (όταν χαρακτηρίζεται δυνάμει ον, π.χ. ο ογκόλιθος του μαρμάρου που έχει τη δυνατότητα να γίνει άγαλμα, κίονας, πλάκα κ.λπ.) στην περιοχή της πραγματικότητας (οπότε χαρακτηρίζεται ενεργεία όν, π.χ. γίνεται άγαλμα, κίονας, πλάκα κ.λπ.), στην οποία εντάσσεται χάρη στη μορφή που απέκτησε από το δημιουργό της κι ολοκληρώνεται εκπληρώνοντας το τέλος, το σκοπό της ύπαρξής του, επιτυγχάνοντας την αυτοπραγμάτωσή του
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.