Meaning of εντατικός | Babel Free
/en.da.tiˈkos/Ορισμοί
- που γίνεται με ένταση
- ο χαρακτηρισμός για δραστηριότητα που γίνεται με μεγάλη ένταση, για να μειωθεί ο χρόνος επίτευξης του αποτελέσματος ή να αυξηθεί το παραγόμενο αποτέλεσμα
Παραδείγματα
“εντατική καλλιέργεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.