HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εντατικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/en.da.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που γίνεται με ένταση
  2. ο χαρακτηρισμός για δραστηριότητα που γίνεται με μεγάλη ένταση, για να μειωθεί ο χρόνος επίτευξης του αποτελέσματος ή να αυξηθεί το παραγόμενο αποτέλεσμα

Παραδείγματα

“εντατική καλλιέργεια”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εντατικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course