Meaning of ενσωματώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
- θα ενσωματώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενσωματώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.