Meaning of ενιαύσιος | Babel Free
/e.niˈaf.si.os/Ορισμοί
- ετήσιος
- που έχει διάρκεια ενός χρόνου
Ισοδύναμα
English
annual
Παραδείγματα
“※ Ἐποχὴ τῆς ἐσοδείας τοῦ νέου οἴνου δὲν ἦτο, διὰ ν’ ἀνοίξωσι διὰ τρεῖς μῆνας καὶ εἷτα νὰ κλείσωσι, τοὐναντίον ἡ ενιαύσιος ἐσοδεία εἶχεν ἐξαντληθεί ἤδη καὶ ὁ τόπος εἰσήγεν ἔξωθεν τὸν οἶνον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. (1892) Οι χαλασοχώρηδες, Μέρος Δ')”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.