Meaning of ενηλικιώνω | Babel Free
Ορισμοί
κάνω κάποιον ενήλικο, συμβάλλω ή εξωθώ στο να γίνει κάποιος ενήλικος
rare
Παραδείγματα
“※ Είναι σαν να ενηλικιώνω τις φιγούρες αυτές και να τις βάζω να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου και όχι τα ανύπαρκτα του χρωματιστού κουτιού τους, https://www.tanea.gr/2016/10/20/lifearts/i-xameni-athwotita/ εφημερίδα Τα Νέα, 2016”
“※ τη σύμπραξη των βασικών εκπροσώπων της στα πολιτικά δρώμενα της εποχής που τους ενηλικιώνει (πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, απελευθέρωση) (Δ.Ν. Μαρωνίτης, 2005)”
“※ από τα παιδικά μου χρόνια και την εμπειρία μου εδώ, τώρα την ενηλικιώνεις μ' έναν τρόπο εντυπωσιακό, κάνοντάς της μία πρόταση γάμου (Ειρήνη Αντωνίου, Οι αποχρώσεις της κόκκινης ομπρέλας)”
“※ Ας τους δώσουμε την δυνατότητα να είναι παιδιά μέχρι τότε που πρέπει και ας μην τα ενηλικιώνουμε νωρίτερα, μόνο κακό τους κάνουμε https://www.football-academies.gr/paidia-efivoi-athlites-kai-kalokairini-xekoyrasi/ (από το διαδίκτυο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.