Meaning of ενηλικιωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
- θα ενηλικιωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενηλικιώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.