Meaning of ενεχυροδότης | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που δίνει κάτι ως ενέχυρο
Παραδείγματα
“Στο έγγραφο επισύναψε τις αποδείξεις του ιδρύματος υπογεγραμμένες από τον εισπράκτορα (masser), στις οποίες αναφέρονταν η ημερομηνία παράδοσης των αντικειμένων (26 Οκτωβρίου 1773-10 Φεβρουαρίου 1774), το όνομα του ενεχυροδότη, η περιγραφή των ενεχύρων (1 λειψανοθήκη ασημένια, 1 στυλοβάτης δισκοπότηρου από ασήμι, 6 καντήλια ασημένια) και η εκτίμηση της αξίας τους, καθώς και απόσπασμα του κανονισμού σχετικά με τον ενεχυριασμό των ιερών σκευών. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.