Meaning of ενεστώτας | Babel Free
/e.neˈsto.tas/Ορισμοί
- χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει κάτι που γίνεται στο παρόν ή γίνεται κατ' εξακολούθηση στο παρόν
- χρόνος που μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πράξη που θα συμβεί σε καθορισμένη στιγμή στο μέλλον
Ισοδύναμα
English
present tense
Παραδείγματα
“η ώρα είναι οκτώ”
“ταξιδεύω συχνά στο εξωτερικό για δουλειές”
“το τρένο φεύγει στις 8”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.