Meaning of ενεργητική πυροπροστασία | Babel Free
/e.neɾ.ʝi.tiˈci pi.ɾo.pɾo.staˈsi.a/Ορισμοί
η προστασία ενός χώρου από εκδήλωση πυρκαγιάς, που σχετίζεται με εξοπλισμό που έχει σαν σκοπό να ανιχνεύσει και να εμποδίσει την επέκταση της φωτιάς, ή και να τη σβήσει πριν επεκταθεί, όπως λ.χ. το σύστημα ανιχνευτών καπνού, οι καταιονητήρες, οι πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές κ.τ.π.)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.