Meaning of ενδώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδίδω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
- θα ενδώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενδίδω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.