Meaning of ενδοσκόπιο | Babel Free
Ορισμοί
: γενική ονομασία που δίδεται σε ειδικό εύκαμπτο όργανο που αποτελείται από έναν οπτικό σωλήνα με ένα σύστημα φωτισμού που εισάγεται στις φυσικές κοιλότητες του σώματος ή όργανα προς εξέταση
Ισοδύναμα
English
endoscope
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.