ενδοσκόπιο
Ορισμοί
: γενική ονομασία που δίδεται σε ειδικό εύκαμπτο όργανο που αποτελείται από έναν οπτικό σωλήνα με ένα σύστημα φωτισμού που εισάγεται στις φυσικές κοιλότητες του σώματος ή όργανα προς εξέταση
Ισοδύναμα
15 more languages
Češtinaendoskop
Danskendoskop
DeutschEndoskop
فارسیآندوسکوپ
Italianoendoscopio
日本語内視鏡
한국어내시경
Latinaendoscopium
Nederlandsendoscoop
Polskiendoskop
Portuguêsendoscópio
Русскийэндоскоп
Svenskaendoskop
Türkçeendoskop
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free