Meaning of ενδομητρίωση | Babel Free
Ορισμοί
παθολογική κατάσταση κατά την οποία κύτταρα του ενδομητρίου αναπτύσσονται σε άλλα σημεία έξω από τη μήτρα (στις ωοθήκες, τις σάλπιγγες κ.α.)
Ισοδύναμα
English
endometriosis
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.