Meaning of ενδογενής | Babel Free
/en.ðo.ʝeˈnis/Ορισμοί
- που δημιουργείται από εσωτερικά αίτια, χωρίς εξωτερικούς παράγοντες
- που γεννιέται μέσα στον ίδιο του τον οργανισμό
- ενδογενής διεργασία : η δραστηριότητα στο εσωτερικό της Γης που προκαλεί φαινόμενα (εκρήξεις, σεισμοί κ.λπ.) στην επιφάνειά της
- ενδογενές πέτρωμα : το πέτρωμα που προέρχεται από υλικά του εσωτερικού της Γης
- ενδογενή : τα ανατομικά στοιχεία του φυτού, που δημιουργούνται από τα εσωτερικά κύτταρα των ιστών του
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.