Meaning of ενδημώ | Babel Free
Ορισμοί
- λοιμώδης νόσος που προέρχεται από ορισμένο τόπο
- για κάποιον / κάτι που διαμένει / αναπτύσσεται / ζει / φύεται σε συγκεκριμένο τόπο
Παραδείγματα
“※ Η ασθένεια αυτή των χοίρων ενδημεί σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου όπου υπάρχει χοιροτροφία (Annual Report of the Department of Agriculture, Department of Agriculture, Ministry of Agriculture and Natural Resources, Cyprus, 1979)”
“※ Πεπεισμένοι, λοιπόν,αυτοί οι θεωρητικοί ότι η σύγκρουση ενδημεί ευρύτερα στις κοινωνικές σχέσεις, αναζητούν και διερευνούν πρωτίστως για τις πλέον διακριτικές και λανθάνουσες εκφάνσεις αυτής (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)”
“※ Ebenus cretica (έβενος, αρχοντόξυλο, κατσούλα). Ενδημεί στην Κρήτη και το βρίσκουμε σε απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές και φαράγγια. Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο (Μιχάλης Τρουλής, Ρέθυμνο: ιστορία, περιήγηση, σύγχρονη ζωή, εκδ. Μίτος, 1998)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.