Meaning of ενανθράκωση | Babel Free
Ορισμοί
- η εκούσια εισαγωγή άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του
- η ακούσια μετατροπή του υδροξειδίου του ασβεστίου που υπάρχει στο σκυρόδεμα σε ανθρακικό ασβέστιο, κάτι που συμβάλλει στη διάβρωση του οπλισμού και κατ’ επέκταση του σκυροδέματος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.