HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενανθράκωση | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η εκούσια εισαγωγή άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του
  2. η ακούσια μετατροπή του υδροξειδίου του ασβεστίου που υπάρχει στο σκυρόδεμα σε ανθρακικό ασβέστιο, κάτι που συμβάλλει στη διάβρωση του οπλισμού και κατ’ επέκταση του σκυροδέματος

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενανθράκωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course