Meaning of εναερίτης | Babel Free
Ορισμοί
Εργαζόμενος σε ύψος (σε στύλους, πυλώνες, δέντρα, υψηλές κατασκευές) που για να εργαστεί χρησιμοποιεί ατομικό εξοπλισμό προστασίας από πτώση, πρόσβασης και σταθεροποίησης θέσης εργασίας όπως η ζώνη εναερίτη, το κράνος εναερίτη, ο διπλός αναδέτης με αποσβεστήρα κινητικής ενέργειας, ο σταθεροποιητής θέσης εργασίας, τα σχοινιά εναεριτών, ο καταβατήρας εναεριτών κλπ., ευρισκόμενος είτε σε επαφή με την επιφάνεια εργασίας, είτε εντελώς αιωρούμενος στο κενό.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.