Meaning of ενάρθρωση | Babel Free
Ορισμοί
: η φωλιάζουσα άρθρωση οστών, όπου το σφαίρωμα της άκρης ενός οστού κινείται μέσα σε μια κάψα άκρης άλλου οστού που το περιβάλλει, όπως π.χ. η άρθρωση του άνω άκρου του μηριαίου οστού στην κοτύλη της πυελικής ζώνης.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.