Meaning of εμφυσώ | Babel Free
/eɱ.fiˈso/Ορισμοί
- φυσάω αέρα μέσα σε κάτι ή κάποιον
- φουσκώνω (όργανο του σώματος) με αέρα
-
εμπνέω, δημιουργώ ορισμένο συναίσθημα, μεταδίδω αρχές, ιδέες κλπ. και προκαλώ την υιοθέτησή τους figuratively
Παραδείγματα
“※ Θέλω καρδίαν ζήσασαν ταχύτερον· πεσούσαν / Να την εγείρω, κ' εις νεκράν ψυχήν να εμφυσήσω· / Καρδίαν φθινοπωρινήν, ζωήν φυλλορροούσαν, / Και πεπτωκότα άγγελον ποθώ να ελεήσω. (Αχιλλέας Παράσχος, Προτίμησις)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.