Meaning of εμπλεκόμενος | Babel Free
Ορισμοί
που εμπλέκεται, που έχει συμμετοχή σε ένα έργο, διαδικασία κλπ
Παραδείγματα
“για το πρόβλημα αυτό πρέπει να γίνει διάλογος με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.