Meaning of εμβολοφόρος | Babel Free
/eɱ.vo.loˈfo.ɾo/Ορισμοί
- που φέρει έμβολα
- για σκάφος που έχει πρωραίο έμβολο
Παραδείγματα
“εμβολοφόρος μηχανή”
“εμβολοφόρο πλοίο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.