HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εμβολιαστικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

που έχει σχέση με εμβολιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Παραδείγματα

“※ Ο ΠΟΥ από το 2011 έχει εκδώσει και επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατευθυντήριες οδηγίες για τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις παροχής επαρκών και κατάλληλων φαρμακευτικών υπηρεσιών (W.H.O., Technical Report Series, No. 961, 2011), στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο φαρμακοποιός πρέπει να ασκεί και τον ρόλο του εμβολιαστή, συμμετέχοντας σε εμβολιαστικά προγράμματα, αυξάνοντας την εμβολιαστική κάλυψη και συμβάλλοντας με πρωταγωνιστικό ρόλο στη διασφάλιση της ανοσοποίησης του πληθυσμού. (εφ. Πρώτο Θέμα, 14.03.2019)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εμβολιαστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course