HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εμβαπτιζόμενος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

που εμβαπτίζεται, καθώς εμβαπτίζεται, που λειτουργεί ή αλλάζει κατι επάνω του όταν εμβαπτίζεται, όταν εισάγεται σε υγρό περιβάλλον

Παραδείγματα

“εμβαπτιζόμενο αισθητήριο θερμοκρασίας / εμβαπτιζόμενο στέλεχος προσδιορισμού πυκνότητας / εμβαπτιζόμενη αντλία λυμάτων / εμβαπτιζόμενα φακελάκια (τσαγιού κ.λπ.)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εμβαπτιζόμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course