Meaning of εμβαπτιζόμενος | Babel Free
Ορισμοί
που εμβαπτίζεται, καθώς εμβαπτίζεται, που λειτουργεί ή αλλάζει κατι επάνω του όταν εμβαπτίζεται, όταν εισάγεται σε υγρό περιβάλλον
Παραδείγματα
“εμβαπτιζόμενο αισθητήριο θερμοκρασίας / εμβαπτιζόμενο στέλεχος προσδιορισμού πυκνότητας / εμβαπτιζόμενη αντλία λυμάτων / εμβαπτιζόμενα φακελάκια (τσαγιού κ.λπ.)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.