Meaning of ελληνόφωνος | Babel Free
Ορισμοί
- που μιλά τα ελληνικά
- που κατοικείται ή αποτελείται από άτομα που μιλούν την ελληνική
Παραδείγματα
“※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)”
“οι ελληνόφωνες περιοχές της Σικελίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.