HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελληνόφωνος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που μιλά τα ελληνικά
  2. που κατοικείται ή αποτελείται από άτομα που μιλούν την ελληνική

Παραδείγματα

“※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)”
“οι ελληνόφωνες περιοχές της Σικελίας”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελληνόφωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course