HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελληνόγλωσσος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που είναι σε ελληνική γλώσσα
  2. που μιλά ελληνικά

Παραδείγματα

“Μέτρα για την Ελληνόγλωσση παιδεία στο εξωτερικό”
“Έντυπα ελληνόγλωσσα περιοδικά Κεντρικής Βιβλιοθήκης”
“Η καταγραφή των εντύπων που απευθύνονται σε ελληνόγλωσσο αναγνωστικό κοινό, εντύπων γραμμένων σε γλώσσα ελληνική με αποδέκτες ελληνόφωνους και ελληνόγλωσσους πληθυσμούς”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελληνόγλωσσος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course