Meaning of Ελληνικό | Babel Free
/eliniˈko/Ορισμοί
-
ενικός του ελληνικά, η ελληνική γλώσσα vulgar
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- προάστιο της Αθήνας
Ισοδύναμα
English
Elliniko
Παραδείγματα
“Ήρθα στην ταβέρνα σου για να ακούσω και να μιλήσω κανένα ελληνικό.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.