HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελλειπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/e.li.ptiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει το γεωμετρικό σχήμα της έλλειψης
  2. που χαρακτηρίζεται από απουσία μορφολογικών τύπων (όπως πτώσεων, αριθμών, χρόνων)
  3. για λόγο όπου συνειδητά παραλείπονται μέρη φράσης ή εννοούμενες λέξεις

Ισοδύναμα

English Defective

Παραδείγματα

“※ Το πιο εντυπωσιακό πάντως από τα απόμακρα αντικείμενα που βρίσκουμε στον αστερισμό του Κενταύρου είναι αναμφισβήτητα ο γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α, γνωστός επίσης και με τον κωδικό «NGC 5128» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Ο ουρανός της Ελλάδας: Καλοκαίρι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“ελλειπτικά ρήματα / δείτε: ελλειπτικά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελλειπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course