Meaning of ελλαδικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την Ελλάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
-
που έχει σχέση με την περίοδο της χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα ή αναφέρεται σ’ αυτή especially
-
φράση, λέξη, έθιμο ή συνήθεια που δεν συνηθίζεται στην Κύπρο broadly
Ισοδύναμα
English
Helladic
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.