Meaning of ελιτιστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελιτίστικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του ελιτιστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ελιτίστικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ελιτιστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ελιτίστικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του ελιτιστικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.