Meaning of ελεύθερος επαγγελματίας | Babel Free
/eˈle.fθe.ɾos e.paŋ.gel.maˈti.as/Ορισμοί
άτομο το οποίο καθορίζει τις εργασιακές συνθήκες μόνο του, χωρίς να έχει εργοδότη
Ισοδύναμα
English
Freelance
Παραδείγματα
“※ Mικρότερες επιβαρύνσεις για τους ελεύθερους επαγγελματίες, φέρνει το φορολογικό νομοσχέδιο μετά τις αλλαγές στις οποίες προχώρησε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας που καθιστά πιο «ήπιο» τον νέο τεκμαρτό τρόπο φορολόγησής τoυς.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.