Meaning of Ελευθεροχωρινός | Babel Free
/e.le.fθe.ɾo.xo.ɾiˈnos/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Ελευθεροχώρι ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.