Meaning of ελαφρυντικός | Babel Free
Ορισμοί
- που ελαφραίνει κάτι, το κάνει μικρότερο
- που ελαφραίνει την ευθύνη κάποιου για ένα αδίκημα ή λάθος, την κάνει μικρότερη
- το ελαφρυντικό: (νομικός όρος) στοιχείο που μετριάζει την ποινή που επιβάλλεται σε κάποιον, ωθώντας σε επίδειξη επιείκειας
Παραδείγματα
“Για τους πρώτους έξι μήνες και μέχρι την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2016, δηλαδή μέχρι τον Ιούνιο 2017, βάση υπολογισμού των εισφορών θα είναι το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα του 2015. Μετά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2016, θα γίνει ο αναγκαίος συμψηφισμός – χρεωστικός ή ελαφρυντικός. (*)”
“Κανένα ελαφρυντικό δεν αναγνώρισε ο Άρειος Πάγος σε 32χρονο -απεξαρτημένο πλέον- χρήστη ναρκωτικών, που είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 4 ετών επειδή πριν από 13 χρόνια έκλεψε ένα λάστιχο και μία ζάντα αυτοκινήτου με την απειλή μαχαιριού. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.