Meaning of ελαττωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
- θα ελαττωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελαττώνομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.