Meaning of ελαστικότητα | Babel Free
/e.la.stiˈko.ti.ta/Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού
- που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
-
χαλαρότητα, ευμεταβλητότητα figuratively
-
μετριοπάθεια, υποχωρητικότητα, ενδοτικότητα figuratively
-
που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες, όταν η επίδραση μιας μεταβλητής έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη της 1:1 επίπτωση figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα των δαπανών υγείας σημαίνει πως μια αύξηση του εισοδήματος συνεπάγεται μια πολλαπλάσια αύξηση των δαπανών για περίθαλψη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.