Meaning of εκφυλισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- για κάποιον ή κάτι που υπέστη εκφυλισμό
- με περισσότερα από ένα κωδικόνια που κωδικοποιούν ένα ορισμένο αμινοξύ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.