Meaning of εκφραστικός | Babel Free
Ορισμοί
- που εκδηλώνει συναισθήματα, που εκφράζεται
- φωνολογικό ή γραμματικό στοιχείο (σπανιότερα συντακτικό) που προσδίδει σε «εκφραστικές λέξεις», ζωντάνια και έμφαση, μερικές φορές και με τη συμμετοχή ηχομιμητικών στοιχείων, ή κάποιας παρετυμολογίας (όπως στο «εφτάζυμος»), με διπλασιασμούς (όπως στο όπα όπα), ή με τη βιωματική χρήση λέξεων (όπως στο «έγινε χαμός»)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“εκφραστικοί φθόγγοι στα ελληνικά, όπως [sf] (όπως στο σφάζω), [sx], [sç] (όπως στο σχίζω)”
“εκφραστική επανάληψη, όπως στον εκφραστικό διπλασιασμό στη λέξη χάχανο”
“Κατηγορία:Εκφραστικοί όροι στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.