HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εκτυφλωτικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που τυφλώνει, συνήθως από το πολύ φως, από την υπερβολική λάμψη
  2. εκπληκτικός
    figuratively

Παραδείγματα

“Ένας χειμωνιάτικος εκτυφλωτικός ήλιος είχε σταθεί στο ...”
“Πάνω άπό τό ευρύχωρο πλατύσκαλο άναβε ακόμη ένας εκτυφλωτικός πολυέλαιος”
“Ό καπνός τών ξύλων άπέπνιγεν όλο τό διαμέρισμα, πυκνός, εκτυφλωτικός”
“Η Κόλινς χτύπησε τον Ντάνι στο πίσω μέρος του κεφαλιού με το γκλοκ. Ένας εκτυφλωτικός πόνος, μια λάμψη στα μάτια του”
“Η σύζυγος του τον υποδέχτηκε με την πιο εκτυφλωτική της ζωντάνια”
“εκτυφλωτική ομορφιά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εκτυφλωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course