Meaning of εκτρεφόμενο | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εκτρεφόμενος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκτρεφόμενος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.