Meaning of εκτελεσθείς | Babel Free
/e.kte.leˈsθis/Ορισμοί
-
αυτός που εκτελέστηκε formal
-
β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του εκτελώ formal
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως εκτελεσθείς (υποτακτική αορίστου)”
“θα εκτελεσθείς (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.