HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εκτελεσθείς | Babel Free

Verb CEFR C1
/e.kte.leˈsθis/

Ορισμοί

  1. αυτός που εκτελέστηκε
    formal
  2. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του εκτελώ
    formal

Παραδείγματα

“να, ας, αν, ίσως εκτελεσθείς (υποτακτική αορίστου)”
“θα εκτελεσθείς (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εκτελεσθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course